Γρηγόρης Νάκος: «Φύγε Μακριά»: Ένα οικογενειακό χρονικό ενοχής και λύτρωσης
Μια οικογένεια διαλυμένη από μυστικά, σιωπές και λάθη που επαναλαμβάνονται. Τρεις γενιές ανθρώπων που παλεύουν με τις σκιές του πολέμου, της βίας και της κληρονομιάς που δεν διάλεξαν. Ο συγγραφέας του «Φύγε Μακριά» μας μιλάει με απόλυτη ειλικρίνεια για το σκοτεινό υλικό που έπλασε το μυθιστόρημά του: έναν πατέρα-θύτη, μια μάνα-παγιδευμένη και ένα παιδί που πασχίζει να ανασάνει. Με έντονη ψυχολογική ανάλυση και εσωτερικό βάθος, το βιβλίο ξεδιπλώνει έναν κόσμο στον οποίο η Ιστορία εισβάλλει με ορμή στη ζωή των ηρώων, αφήνοντας πληγές που καμιά γενιά δεν μπορεί να αγνοήσει. Είναι δυνατόν να σπάσει ο κύκλος; Ή τελικά ο άνθρωπος είναι δέσμιος του παρελθόντος του;
Επιμέλεια συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
Ο Χανς φαίνεται να κρύβει ένα «ένοχο μυστικό». Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι’ αυτό το μυστικό και πώς διαμορφώνει την ιστορία;
Ο Χανς είναι ο πιο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο πιο αινιγματικός και ο πιο καταστροφικός. Πρόκειται για έναν άνθρωπο ιδιαίτερα ευφυή, που παλεύει ωστόσο με τους δικούς του δαίμονες. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, αλλά αυτό που αρκεί να γνωρίζουμε γι’ αυτόν είναι ότι, μετά από ορισμένα τραγικά γεγονότα στη ζωή του, παίρνει μέρος εθελοντικά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως αξιολόγησε τα πράγματα σε εκείνη την τόσο τελματώδη περίοδο της ζωής του, προσδοκούσε να βρει ένα νόημα, φεύγοντας από την πατρίδα του και πολεμώντας στο πλευρό του Φύρερ. Δεν το έκανε από ρατσισμό ή μίσος για τους Εβραίους, αντίθετα ποτέ δεν ένιωσε τίποτε τέτοιο. Το έκανε για να αποκτήσει η ζωή του κάποιο σκοπό, που θα υπερέβαινε τον ίδιο ως μονάδα. Πολύ εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο τραγικά λάθος αξιολόγησε τις συνθήκες, παρά την ευστροφία του. Όπως θα περίμενε κανείς, η εμπλοκή του στον πόλεμο και η παραμονή του ως στρατιώτη των Ναζί στο Άουσβιτς, τσάκισε τον ήδη νοσούντα ψυχισμό του, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με κάθε είδους ψυχική ταλαιπωρία. Επόμενο είναι, λοιπόν, όλη αυτή η ψυχοπαθολογία να έχει συντριπτικό αντίκτυπο, τόσο στη σύζυγo όσο και στον γιο τους. Ο Χανς, λοιπόν, με τις τόσο άστοχες επιλογές του, είναι αυτός που καταστρέφει ουσιαστικά τον εαυτό του και την οικογένειά του. Όλη η δυστυχία αυτής της οικογένειας πηγάζει σχεδόν αποκλειστικά από εκείνον.

Η Γκρέτα έχει και η ίδια κάνει λάθη που πληγώνουν τον Χανς. Ποια είναι η σχέση τους; Είναι περισσότερο σχέση αγάπης ή εξάρτησης;
Η σύζυγος του Χανς, η Γκρέτα, έχει κάνει κι εκείνη πολλά λάθη στη ζωή της, ήδη από πολύ νεαρή ηλικία. Είναι κι εκείνη μια πολύ ευφυής και διορατική γυναίκα, που επέλεξε να φύγει από την ασφάλεια της οικογένειας και να περιπλανηθεί στο άγνωστο, θεωρώντας πως έτσι θα έπαιρνε τη ζωή της στα χέρια της και θα δραπέτευε από το ασφυκτικό περιβάλλον του πατρικού της σπιτιού. Εν πολλοίς τα κατάφερε, αλίμονο όμως, τα πράγματα ποτέ δεν είναι τόσο απλά. Χρόνια μετά, κι έχοντας βιώσει πολλές άσχημες καταστάσεις, που σίγουρα βαραίνουν σε τρομερό βαθμό την ψυχή της, γνωρίζει και παντρεύεται τον Χανς. Σ’ εκείνη επιβάλλεται αυτός ο γάμος, εκείνος τον αντιμετωπίζει αυστηρά ωφελιμιστικά και υπολογιστικά. Δεν θέλει μεγάλη φαντασία, για να καταλάβει κανείς πόσο ακατάλληλη είναι η ένωσή τους. Τα λάθη της Γκρέτα δεν θα έλεγα ότι πληγώνουν τον Χανς, μάλλον λειτουργούν ως πολεμοφόδια για εκείνον. Η σχέση τους ξεκινά συγκρατημένα ελπιδοφόρα, διαβαίνει το φάσμα της αγάπης με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο –τραγικά χλιαρό– και καταλήγει στον απροκάλυπτο εκβιασμό, την εξάρτηση και την κακοποίηση. Θύτης, φυσικά, είναι ο Χανς, ο οποίος πολύ αυτάρεσκα διαδραματίζει τον ρόλο του αρχηγού. Όλα έχουν να κάνουν με αυτόν και την κυριαρχία του μέσα στο σπίτι και αλίμονο σε όποιον του φέρει αντιρρήσεις. Εξαιρετικά νοσηρό περιβάλλον για τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον για ένα παιδί…
Ο Άντολφ προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν. Πόσο δύσκολο είναι τελικά να αποκοπεί κανείς από το οικογενειακό του βάρος;
Ο Άντολφ είναι ο γιος του Χανς και της Γκρέτα. Έχοντας μιλήσει ήδη για τη συνύπαρξη των γονιών του, αντιλαμβάνεστε σε πόσο άσχημες συνθήκες έχει εκτεθεί και τι αρρωστημένα περιστατικά έχει βιώσει. Το γεγονός ότι καταφέρνει να κρατήσει τη λογική του και τη συναισθηματική του νοημοσύνη σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Χωρίς να έχει ιδέα ότι πράττει ακριβώς το ίδιο με τους γονείς του, όταν ήταν πάνω κάτω στην ηλικία τους, αρπάζει την πρώτη ευκαιρία και φεύγει μακριά από το πατρικό του σπίτι, μεταναστεύοντας για σπουδές από τη Σουηδία στην Αμερική. Εκεί ελπίζει απεγνωσμένα ότι θα γιατρευτεί, ότι θα γίνει ένας φυσιολογικός άνθρωπος, σαν αυτούς που τόσα χρόνια παρατηρούσε με απόγνωση από μακριά, διερωτώμενος τι πήγαινε τόσο λάθος με τη δική του οικογένεια. Τα καταφέρνει και γνωρίζει την ευτυχία από πρώτο χέρι, αυτή που τόσο εγωιστικά και μικρόψυχα του στέρησαν και οι δύο γονείς του. Τα οικογενειακά βάρη που κουβαλά, όμως, δεν τον έχουν εγκαταλείψει, όπως πάσχισε να πιστέψει. Όταν μαθαίνει εντελώς απροσδόκητα όλη την αλήθεια για την οικογένειά του, τα πάντα τινάζονται στον αέρα, με παντελώς απρόβλεπτες συνέπειες.
Τρεις γενιές στιγματίζονται από τον πόλεμο. Πώς επιλέξατε να συνδέσετε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την προσωπική ιστορία της οικογένειας;
Η αλήθεια είναι ότι αυτή η τόσο τραυματική για την ανθρωπότητα χρονική περίοδος, μου προκαλούσε πάντα μεγάλο ενδιαφέρον. Από όταν ήμουν μαθητής και έμαθα για πρώτη φορά τι εγκλήματα είχαν διαπράξει οι Ναζί και σε πόσο μεγάλη κλίμακα, ποτέ δεν μπόρεσε να το χωρέσει το μυαλό μου ότι είμαστε ικανοί ως είδος για τόσο σαδισμό. Οι πληροφορίες που έμπαιναν στο κεφάλι μου έμοιαζαν με ιστορίες τρόμου και εκεί θα τις κατέτασσα αναμφίβολα, αλλά δυστυχώς ήταν η πραγματικότητα. Έτσι, θέλοντας να τοποθετήσω την ιστορία σε μια περασμένη εποχή, απλά επειδή το παρελθόν με γοητεύει, επέλεξα να εκτυλίσσεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και μάλιστα να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μ’ αυτόν, προκειμένου να φανούν οι ασύλληπτα καταστροφικές του επιπτώσεις, ακόμα και στον μικρόκοσμο μιας σουηδικής οικογένειας. Όχι γερμανικής ή κάποιας άλλης χώρας που επλήγη βαθιά από τον πόλεμο, αλλά μιας χώρας που δεν διαδραμάτισε ενεργό ρόλο σ’ αυτόν κι ούτε θρήνησε καταστροφές και απώλεια πληθυσμού. Ήθελα αυτός ο άνθρωπος που παίρνει μέρος στον πιο αιματηρό πόλεμο της ιστορίας, να το πράττει από καθαρά δική του βούληση, χωρίς το βάρος του καθήκοντος προς την πατρίδα του στις πλάτες του. Κι έπειτα, να δούμε τι επιπτώσεις είχε όλο αυτό στον ίδιο και στους δικούς του ανθρώπους.
Πιστεύετε ότι μπορεί κανείς πραγματικά να ξεφύγει από τη «βαριά κληρονομιά των προγόνων του», όπως γράφετε;
Αυτό, δυστυχώς, δεν μπορεί να το γνωρίζει κανείς μας. Φαντάζομαι πως όλα είναι ζήτημα χαρακτήρα, ψυχικής δύναμης και δουλειάς με τον εαυτό μας. Η «βαριά κληρονομιά των προγόνων», όπως αναφέρεται στην περίληψη του βιβλίου, είναι ομολογουμένως μια αρκετά φορτισμένη φράση και περικλείει πολλά. Πρωτίστως, αναφέρεται στις ψυχικές ασθένειες που ίσως έχει κληρονομήσει ο Άντολφ από τους γονείς του, αλλά και τα πολυάριθμα μυστικά που αυτοί κρατούν καλά φυλαγμένα. Πρόκειται για μια οικογένεια άκρως δυσλειτουργική σε κάθε τομέα, που καταδικάζει τον καρπό αυτού του γάμου στη δυστυχία ήδη από πολύ μικρή ηλικία. Στη ζωή, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και κάθε τραύμα απαιτεί διαφορετική προσέγγιση για να γιατρευτεί. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν πράγματι μπορεί να ξεφύγει κανείς από την κληρονομιά των προγόνων του, το σίγουρο όμως είναι ότι οφείλει στον ίδιο του τον εαυτό να το προσπαθήσει με νύχια και με δόντια. Ο Άντολφ κάνει αυτό ακριβώς, ακόμα κι αν ορισμένες φορές είναι ξεκάθαρες οι αστοχίες του. Το αν το καταφέρνει ή όχι, είναι ένα άλλο ζήτημα.
Υπάρχει κάποια γενιά που σας ενέπνευσε περισσότερο κατά τη συγγραφή; Ή κάποιο πρόσωπο με το οποίο ταυτίζεστε;
Ξεκάθαρα, πολύ περισσότερο με ενέπνευσε η πρώτη γενιά του βιβλίου, ο Χανς και η Γκρέτα. Πρόκειται για δύο ανθρώπους που μεγάλωσαν και έζησαν σε εποχές πολύ συντηρητικές, όταν ο κόσμος ήταν ακόμα σεμνότυφος και οπισθοδρομικός. Βέβαια, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ήταν και πιο ηθικός. Πολλοί –ιδιαίτερα οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι– αρέσκονται να περηφανεύονται για το πόσο πιο ηθική και αγνή ήταν η κοινωνία τις περασμένες δεκαετίες. Εγώ, προσωπικά, δεν το πιστεύω καθόλου αυτό. Πρόκειται πάντα για το πόσο έντιμος και σωστός είναι ένας άνθρωπος ατομικά. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με την εποχή, στην οποία ζει. Έχει να κάνει με πολλούς άλλους παράγοντες, κοινωνικούς, οικογενειακούς κλπ. Μάλιστα, πολύ απροκάλυπτα τονίζεται στο βιβλίο η σαπίλα της καλής κοινωνίας, που πίσω από παραπετάσματα κοσμιότητας και κλειστές πόρτες, εγκληματούσε ασύστολα. Έτσι ήταν, είναι και θα είναι το σάπιο κομμάτι της κοινωνίας, ανεξαρτήτως εποχής.
Αν έπρεπε να διαλέξω ένα πρόσωπο, με το οποίο να ταυτίζομαι, θα επέλεγα τον Πωλ, τον γιο του Άντολφ. Είναι, άλλωστε, αυτός που σπάει τον κύκλο και δίνει ένα τέλος στο φαύλο κύκλο της καταστροφής αυτής της οικογένειας. Δεν σταματά να αγωνίζεται σε όλη του τη ζωή, παρά τα όσα δυσάρεστα του συμβαίνουν και επιλέγει συνειδητά να αφήσει όλο αυτό το δηλητήριο πίσω του. Δεν ξέρω αν θα επεδείκνυα κι εγώ το ίδιο ψυχικό μεγαλείο, αλλά σίγουρα είναι ο χαρακτήρας που θαυμάζω περισσότερο κι αυτός, στον οποίο θα ήθελα να μοιάσω.
Ποιος είναι για εσάς ο μεγαλύτερος «εχθρός» του ανθρώπου μέσα στην ιστορία: το παρελθόν, η ενοχή ή η αδυναμία να αλλάξει;
Δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου, όπως αναρίθμητες φορές έχει αποδειχθεί, και τα τρία είναι ο εχθρός του ανθρώπου. Η ενοχή, βέβαια, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, αν παραμένει απλώς και μόνο ενοχή, χωρίς τη διάθεση της ειλικρινούς μεταμέλειας και της αλλαγής ή βελτίωσης της συμπεριφοράς μας. Το παρελθόν, ό,τι και να κάνουμε και όσο κι αν πονέσουμε ή μετανιώσουμε, παραμένει παρελθόν. Ούτε να το αναιρέσουμε μπορούμε, ούτε να κάνουμε κάτι καλύτερα. Η μόνη του χρησιμότητα είναι να διδάσκει και να λειτουργεί είτε ως παράδειγμα προς μίμηση είτε ως παράδειγμα προς αποφυγή. Αν, για παράδειγμα, κρίνουμε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι οδυνηρά εμφανές ότι η ανθρωπότητα δεν διδάχθηκε και πολλά από τις θηριωδίες και τις φρικαλεότητες. Εξακολουθούμε να βαδίζουμε σε τεντωμένο σκοινί και, ανά πάσα στιγμή, το σκοινί αυτό μπορεί να σπάσει και να σημάνει τον αφανισμό μας από το ίδιο μας το χέρι.
Οπότε, τελικά, θεωρώ ότι η αδυναμία μας να αλλάξουμε και, πιο συγκεκριμένα, η τρομερή μας αλαζονεία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Το να πιστεύουμε, δηλαδή, ότι είμαστε παντοδύναμοι και πως, ό,τι και να κάνουμε, πάντα θα υπάρχει περιθώριο να τα μπαλώσουμε ή να τα κουκουλώσουμε. Δεν είναι έτσι, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Πρέπει κάποια στιγμή να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα και να δούμε πόσο τραγικά ευάλωτοι είμαστε, όσο κι αν επιμένουμε να εθελοτυφλούμε.
Πώς ξεκίνησε η ιδέα για να γράψετε το «Φύγε Μακριά» και πόσος χρόνος χρειάστηκε για να το ολοκληρώσετε;
Αρχικά, πρέπει να πω ότι δεν περίμενα καν ότι η ιστορία αυτή θα έφτανε να γίνει ολόκληρο βιβλίο. Ένα καλοκαιρινό βράδυ του 2017, όταν ήμουν φοιτητής ακόμα, μου ήρθε στο μυαλό η εισαγωγή, που έχει παραμείνει αναλλοίωτη από τότε. Δεν θυμάμαι καθόλου πώς μου ήρθε στο μυαλό και από ποιο ερέθισμα. Συνήθιζα τότε να γράφω μικρές ιστοριούλες και να πειραματίζομαι με τον τρόπο έκφρασης, το λεξιλόγιο κι άλλα τέτοια. Από μικρός απολάμβανα την ανάγνωση βιβλίων και το έβλεπα σαν παιχνίδι να πλάθω ιστορίες στο μυαλό μου. Το βιβλίο αυτό άρχισε να προχωρά αργά και σταθερά και οι ήρωες, από ένα σημείο και μετά, ήταν σαν να απέκτησαν δική τους ζωή. Σαν να μου υπαγόρευαν, ας πούμε, τι θα έγραφα ότι έκαναν μετά, τι σκέφτονταν, πώς αντιδρούσαν, βάσει της «προσωπικότητάς» τους. Για παράδειγμα, ο Χανς έπρεπε πάντα να αντιδρά με αψύ και άσχημο τρόπο, διότι πολύ απλά επρόκειτο για έναν διαταραγμένο ψυχικά άνθρωπο. Έτσι, ήταν σαν οι ίδιοι οι ήρωες να μου υπαγορεύουν ποιο θα ήταν το επόμενο γεγονός, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του καθενός, μέχρι που έφτασε η ιστορία να γίνει ολόκληρο βιβλίο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι κάθε φορά άφηνα τη φαντασία μου να τρέχει, χωρίς να εγκλωβίζομαι σε σκέψεις που είχα, πριν καθίσω να γράψω. Έτσι, μου ήρθαν στο μυαλό και όλα τα απρόοπτα και οι ανατροπές του βιβλίου.
Η ιστορία ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2022, αλλά υπήρξαν πολλές και μακρές περίοδοι, που δεν καταπιανόμουν καθόλου με το γράψιμο. Όσο ήμουν στρατιώτης, για παράδειγμα, σκεφτόμουν πολλές φορές τα όσα είχα γράψει και αδημονούσα να συνεχίσω την ιστορία από εκεί που την άφησα. Έτσι, τράβηξε φαινομενικά για μεγάλο διάστημα, αλλά ουσιαστικά μιλάμε για τρεις μήνες το πολύ, φαντάζομαι.
Το βιβλίο εστιάζει πολύ στην ψυχολογία των χαρακτήρων. Κάνατε κάποια έρευνα πάνω σε αυτό το κομμάτι;
Είναι αλήθεια αυτό, ότι δηλαδή οι χαρακτήρες ψυχογραφούνται αρκετά εξαντλητικά. Ο λόγος είναι ότι ήθελα ο αναγνώστης να νιώθει τον καθένα από αυτούς ως δικό του άνθρωπο και να κατανοεί τους λόγους, που τον οδήγησαν στην τάδε πράξη ή στην δείνα κατάσταση. Γενικά, ως αναγνώστης, απολαμβάνω πολύ περισσότερο τα βιβλία εκείνα, τους ήρωες των οποίων μπορώ να τους νιώσω κοντά μου, σαν να είναι φίλοι μου. Να συμπάσχω μαζί τους, να νιώθω στο πετσί μου τον ενθουσιασμό ή την απόγνωσή τους, τη χαρά ή την πίκρα τους. Αν καταφέρει ένας συγγραφέας να σε κάνει να συναισθανθείς όλο το φάσμα των συναισθημάτων των χαρακτήρων του, πιστεύω ότι έχει πετύχει. Γι’ αυτό ακριβώς αναλύεται σε διεξοδικό βαθμό κάθε σκέψη, κάθε θεώρηση της ζωής, κάθε συναίσθημα και ψυχική κατάσταση όλων των ηρώων, διότι έτσι θα ήθελα να το διαβάσω κι εγώ ως αναγνώστης.
Δεν έχω κάνει κάποια έρευνα πάνω σ’ αυτό το κομμάτι και σε καμία περίπτωση δεν είμαι ειδικός επί ψυχικών ζητημάτων. Με γοητεύει πολύ η επιστήμη της ψυχολογίας και θα ήθελα πολύ να την είχα σπουδάσει. Είναι άκρως σαγηνευτικό να μελετάς και να αντιλαμβάνεσαι κάθε πτυχή της ανθρώπινης ψυχής. Είναι αυτή, από την οποία πηγάζουν οι τέχνες και ο έρωτας, ό,τι πιο όμορφο έχει να επιδείξει η ανθρωπότητα, δηλαδή.
Πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσετε την ιστορική πραγματικότητα με τη μυθοπλασία;
Όπως είπα και προηγουμένως, μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας να διαδραματίζεται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και να βλέπουμε τι επιπτώσεις είχε αυτός στις ζωές των ηρώων. Ως εκ τούτου, έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός ως προς τις πληροφορίες που συμπεριέλαβα. Έτσι, διάβασα αρκετά πράγματα, τόσο για την έναρξη του πολέμου όσο και για τις θηριωδίες κατά των Εβραίων. Το να τα εντάξω στην ιστορία δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Σχεδόν στο σύνολό τους, εντάσσονται στην αφήγηση του Χανς προς την Γκρέτα, του τι βίωσε στη Γερμανία και την Πολωνία, καθώς και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. Αυτό είναι μακράν το πιο φορτισμένο συναισθηματικά κεφάλαιο. Καθώς ο Χανς αφηγείται τι πέρασε –και μάλιστα από την πλευρά του θύτη, πράγμα ακόμα πιο ντροπιαστικό γι’ αυτόν– αναφέρει πραγματικά ιστορικά γεγονότα, που ξεπετάγονται κατά τη ροή του λόγου.
Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, δεν με δυσκόλεψε αυτό. Όταν, αφού εκδόθηκε το βιβλίο, επισκέφθηκα ο ίδιος το Άουσβιτς σε ένα ταξίδι μου στην Κρακοβία κι αντίκρισα από κοντά τη φρίκη αυτού του μέρους, ένιωσα πολύ άσχημα. Ποιος ήμουν εγώ που τόλμησα να τα αναφέρω όλα αυτά στο βιβλίο μου σαν παραμύθι, όταν έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια τα απομεινάρια των αδιανόητων εκείνων εγκλημάτων; Ήταν ένα πολύ άσχημο συναίσθημα, παρότι αναγνωρίζω τον παραλογισμό.
Υπάρχει κάποια προσωπική σας εμπειρία που «τρύπωσε» μέσα στην πλοκή;
Ευτυχώς, όχι. Δεν μπορώ να πω ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορούσα να επιδείξω την ίδια τόλμη που επέδειξαν και οι τρεις βασικοί ήρωες, φεύγοντας μια μέρα απ’ όλους κι απ’ όλα. Από την άλλη, βέβαια, εγώ έγραψα για όλα αυτά τα πράγματα, οπότε προφανώς όλα είναι δικές μου σκέψεις και προβληματισμοί. Γενικά, τα πάντα γύρω μας αποτελούν πηγές έμπνευσης: αναγνώσματα, ταινίες, ειδήσεις, συζητήσεις, βιώματα δικά μας και των άλλων, κάθε τι μπορεί να πυροδοτήσει μια μακριά αλυσίδα σκέψεων, που μπορούν να προβληματίσουν και να εμπνεύσουν. Κάπως έτσι συμβαίνει με μένα, τουλάχιστον. Πολλές φορές, επίσης, γράφει κανείς για να καταδικάσει τα κακώς κείμενα με έναν τρόπο πιο άμεσο, πιο παραστατικό. Ακόμα κι αν γράφει για βαρβαρότητες ή πλείστα όσα φρικτά πράγματα, εξ αντιδιαστολής προκύπτει η απογοήτευσή του και το ότι τα καταδικάζει όλα αυτά.
Αν είχατε τη δυνατότητα να δώσετε μια συμβουλή στον Χανς ή στον Άντολφ, ποια θα ήταν;
Η συμβουλή που θα έδινα και στους τρεις βασικούς ήρωες –όχι μόνο στον Χανς και τον Άντολφ– είναι η εξής: «Μίλα! Ζήτα βοήθεια! Μην εμπιστεύεσαι μόνο τη δική σου κρίση, ζήτα συμβουλές και καθοδήγηση». Αν ο καθένας από τους τρεις τους είχε κάνει αυτό το τόσο απλό, αλλά τόσο σημαντικό βήμα, τότε πιθανότατα η πορεία τους στη ζωή θα ήταν εντελώς διαφορετική. Σχεδόν σίγουρα, δεν θα υπέφεραν τόσο πόνο και τόση απόγνωση και δεν θα έκαναν τόσο τραγικά λάθη. Είναι μια συμβουλή πάντα επίκαιρη και απίστευτα πολύτιμη, κατά τη γνώμη μου. Άπτεται κάθε προβλήματός μας και απευθύνεται σε όλους. Το να κλεινόμαστε στον εαυτό μας και να θεωρούμε τις σκέψεις μας ως τη μοναδική αλήθεια, είναι η χειρότερη αντιμετώπιση του όποιου ζητήματος μας ταλανίζει. Όταν είσαι μέσα στο πρόβλημα, τα πάντα γύρω σου φαντάζουν βουνό, διαστρεβλωμένα και τόσο πελώρια, που πραγματικά απελπίζεσαι. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική και το μόνο που χρειάζεται είναι να ακούσεις τη συμβουλή ενός τρίτου, εξωτερικού παρατηρητή, που θα δει το θέμα αντικειμενικά, ψύχραιμα και όπως ακριβώς είναι, χωρίς το άγχος του πάσχοντος, είτε αυτός είναι ένας φίλος ή ένα μέλος της οικογένειάς σου είτε κάποιος ειδικός είτε δεν ξέρω τι άλλο. Το να κάνουμε κάποιον κοινωνό του προβλήματός μας, μπορεί από μόνο του να αποβεί σωτήριο.
Το τέλος του βιβλίου είναι αισιόδοξο ή απαισιόδοξο κατά τη γνώμη σας;
Θωρώ πως το τέλος του βιβλίου προσφέρει αυτό που λέμε «κάθαρση». Παρά τα όσα έχουν συμβεί και το πώς έχουν καταλήξει οι ήρωες, η τελευταία γενιά αυτής της τόσο προβληματικής οικογένειας έρχεται για να σπάσει τον κύκλο και να ανοίξει μια πόρτα προς το φως. Η μαυρίλα δίνει επιτέλους τη θέση της στην ελπίδα. Ορισμένοι από όσους διάβασαν το βιβλίο, μου είπαν ότι θα περίμεναν ένα πιο χαρούμενο τέλος, μια ανατροπή που θα άλλαζε την προδιαγεγραμμένη πορεία των πρωταγωνιστών. Εγώ δεν θεωρώ πως το «happy end» είναι πάντα εφικτό. Τις περισσότερες φορές στη ζωή, καλούμαστε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε και να βγάλουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από καταστάσεις, που κάθε άλλο παρά ευτυχείς μπορούν να χαρακτηριστούν. Έτσι είναι η ζωή και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι μας περιμένει στη γωνία. Και αλίμονο μας αν μεμψιμοιρούμε και παραιτηθούμε. Τότε, θα είμαστε χαμένοι από χέρι. Με τέτοιες σκέψεις κλείνει, περίπου, το βιβλίο, γι’ αυτό και πιστεύω ότι είναι αισιόδοξο το τέλος του.

