«Η Γεωργία Μέτση ζωντανεύει την ιστορία του παπα-Νικόλα – Από τη Θράκη στο Λιβάδι»
Με το νέο της βιβλίο, η Γεωργία Μέτση μας ταξιδεύει σε μια αληθινή ιστορία που ξεπερνά τα όρια της οικογενειακής μνήμης και γίνεται κομμάτι της συλλογικής μας κληρονομιάς. Ο παπα-Νικόλας, ιερέας, πρόσφυγας και άνθρωπος των αξιών, μετατρέπεται μέσα από την πένα της σε σύμβολο αντίστασης, πίστης και αντοχής. Αντλώντας έμπνευση από τις αφηγήσεις της μητέρας της, τα ιερά κειμήλια που σώθηκαν, αλλά και από επίπονη ιστορική έρευνα, η συγγραφέας ανασυνθέτει τον κόσμο της Θράκης και του Λιβαδίου, φωτίζοντας λησμονημένα γεγονότα και αφανείς ήρωες.
Το έργο της δεν είναι απλώς μια προσωπική αναφορά, αλλά ένας φόρος τιμής σε ολόκληρες γενιές που δοκιμάστηκαν και θυσιάστηκαν, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη πίστης και ελευθερίας.
Επιμέλεια συνέντευξης Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου
1. Τι σας ενέπνευσε να γράψετε την αληθινή ιστορία του παπα-Νικόλα;
Ήταν το σημείο αναφοράς στις αφηγήσεις της μητέρας μου και άλλων συγγενών. Αυτό όμως που με συγκλόνιζε περισσότερο δεν ήταν μόνο η προσωπική του ιστορία, αλλά η δύναμη με την οποία οι άνθρωποι εκείνης της εποχής αντιμετώπιζαν τον πόνο, τις αλλεπάλληλες απώλειες, την προσφυγιά και την προσπάθεια επανένταξης. Ένα πείσμα για συνέχιση της ζωής, μια ηρωική άρνηση να παραιτηθούν, που παραμένει για μένα πηγή θαυμασμού και έμπνευσης.
2. Πώς εντοπίσατε τα ντοκουμέντα, όπως το δισκοπότηρο του 1888 και το ευαγγέλιο του 1740; Ήταν αυτά η αφετηρία της αφήγησης;
Τα αντικείμενα παρέμεναν στο χωριό από το 1913 στο οποίο βρέθηκε ως «εξόριστος» όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος και όχι ως «πρόσφυγας», μέχρι και σήμερα. Ο σημερινός ιερέας του κεντρικού Ναού του Λιβαδίου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο παπά Γιάννης συγκέντρωσε παλιά εκκλησιαστικά κειμήλια απ΄ όλους τους ναούς και δημιούργησε ένα μικρό μουσείο στον γυναικωνίτη. Εκεί το ανακάλυψε ο θείος μου, συνονόματος και εγγονός του, όταν επισκέφθηκε το χωριό αναζητώντας τα ίχνη του. Από εκείνον έμαθα την πληροφορία και, με την πρώτη ευκαιρία, το επισκέφθηκα κι εγώ, με συγκίνηση και βαθύ σεβασμό. Ήταν μια αφορμή αρκετά ισχυρή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι της ζωής του. Θεώρησα καλό να ξεκινήσει η αφήγηση από το Λιβάδι και να καταλήξει σε αυτό με αφορμή τα ιερά αυτά αντικείμενα.
3. Πόσο δύσκολο ήταν να ξετυλίξετε μια οικογενειακή ή τοπική ιστορία μέσα από τόσες ιστορικές και πολιτικές αναταραχές;
Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν στη συλλογή πληροφοριών και αναφορών από εξωτερικές πηγές, γιατί κατά την έρευνα συνάντησα πολλά αρχεία κατεστραμμένα – είτε από τους Τούρκους είτε αργότερα από τους Γερμανούς, που έκαψαν χωριά και εκκλησιές, ανάμεσά τους και το Λιβάδι με την κοινότητά του εκτός από τις δοκιμασίες που υπέστη η Ανατολική Θράκη από τους εκάστοτε διεκδικητές της, οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στην περιοχή και στους ανθρώπους της. Δύσκολο όμως ήταν και το να εκθέσει κανείς την ίδια την ιστορία ενός προγόνου του. Αυτό απαιτεί πολλή προσοχή και σεβασμό, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για έναν ιερωμένο, γιατί αν κάποια πληροφορία δεν ευσταθούσε, θα μπορούσε να θίξει την υστεροφημία του. Επιπλέον, ήθελα να σταθώ όσο γίνεται αντικειμενικά απέναντι στις πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής, παρουσιάζοντας την ιστορία όσο πιο πολύπλευρα μπορούσα.
4. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη συγγραφή ενός έργου που καλύπτει τρεις αιώνες και τόσες γεωγραφικές μετακινήσεις;
Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν η ίδια η γεωγραφία της περιοχής. Για τον λόγο αυτό αποφάσισα να κάνω ολόκληρο το ταξίδι οδικώς αλλά και με καράβι, ακολουθώντας τη διαδρομή όπως την είχε κάνει κι εκείνος, και επισκέφθηκα όλα τα σημεία στάσης. Παράλληλα, έπρεπε να διασταυρώσω τις πηγές από τις οποίες αντλούσα πληροφορίες, σε κάθε επίπεδο – ιστορικό, θρησκευτικό, κοινωνικό αλλά και οικονομικό.
5. Ο παπα-Νικόλας παρουσιάζεται ως άνθρωπος αξιών και αντίστασης. Υπάρχει κάποιο προσωπικό σας βίωμα ή πρότυπο που συνδέεται με τον ήρωα;
Όταν απεβίωσε ο παπά Νικόλας ήταν σε πολύ προχωρημένη ηλικία κι εγώ ήμουν ακόμη πολύ μικρή για να έχω προσωπικά βιώματα. Ωστόσο, οι αφηγήσεις των συγγενών μου τον έκαναν τόσο ζωντανό στη συνείδησή μου, που έχω την αίσθηση πως τον γνώρισα και τον θυμάμαι ως μια ξεχωριστή και σημαντική προσωπικότητα. Η μητέρα μου, ιδιαίτερα, στις αφηγήσεις της τόνιζε τον ευρηματικό του χαρακτήρα και το χιούμορ που συνόδευε κάθε πτυχή της ζωής του. Αυτό ήταν κάτι που μου έκανε πάντα πολύ μεγάλη εντύπωση.
6. Το έργο φωτίζει τη Θράκη, μια περιοχή συχνά ξεχασμένη από την κεντρική ιστοριογραφία. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να ακουστεί αυτή η φωνή;
Ίσως αυτός να ήταν και ο κυριότερος λόγος –όχι τόσο για τη συγγραφή όσο για την ίδια την εκτύπωση του βιβλίου– να φωτιστούν πτυχές της ιστορίας που δεν ήταν ευρέως γνωστές ή σε άλλες περιπτώσεις είχαν αποσιωπηθεί. Μια ακόμη αδύναμη φωνή, που μπορεί όμως να δυναμώσει όταν ενώνεται με άλλες.
Η συγγραφή, από μόνη της, ίσως να αφορούσε κυρίως τους συγγενείς. Εκείνο, όμως, που με ενδιέφερε περισσότερο, ήταν να αναδειχθούν, μέσα από την προσωπική αυτή αφήγηση, και οι ιστορίες πολλών ακόμη ανθρώπων της εποχής, των αφανών ηρώων που σημάδεψαν με τη ζωή τους μια ολόκληρη γενιά.
7. Στο βιβλίο αναφέρετε τη γενοκτονία των Θρακών. Ποια είναι η θέση σας για τη σημασία της ιστορικής αναγνώρισης και μνήμης;
Για μένα είναι πολύ σημαντικό να αναδειχθεί η ιστορία και η γενοκτονία των Θρακών και να τύχει της αναγνώρισης που της αξίζει. Το θεωρώ καθήκον, τόσο προσωπικά, ως σκεπτόμενος άνθρωπος, όσο και συλλογικά, ως Θρακιώτισσα, γιατί νιώθω ότι η ιστορία μας δεν έχει μέχρι σήμερα τύχει της προσοχής που της αναλογεί. Μέσα από τη μελέτη και την έρευνα, διαπίστωσα ότι πολλές πτυχές αυτής της ιστορίας παραμένουν άγνωστες ή υποτιμημένες, είτε λόγω των καταστροφών αρχείων είτε λόγω της πολιτικής συγκυρίας των εποχών και συμφερόντων. Γι’ αυτό, θεωρώ ότι η ανάδειξη ακόμα και μιας προσωπικής αφήγησης μπορεί να συμβάλει στο να φωτιστούν οι αφανείς ήρωες και οι σημαντικές εμπειρίες μιας ολόκληρης γενιάς.
8. Πώς ερευνήσατε τα ιστορικά γεγονότα, όπως το «Μαύρο Πάσχα» ή την προσφυγιά του «Τριγώνου Καραγάτς»; Συνεργαστήκατε με ιστορικούς ή βασιστήκατε σε μαρτυρίες;
Στην έρευνα για το βιβλίο, εκτός από τις επί τόπου επισκέψεις, βασίστηκα σε μια πληθώρα πηγών, προκειμένου να εξασφαλίσω όσο το δυνατόν εγκυρότερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Χρησιμοποίησα βιβλιογραφία διακεκριμένων ιστορικών, όπως του κ. Βακαλόπουλου καθώς και πλούσιο αρχειακό υλικό δημοσιογράφων, όπως του κ. Π. Αθανασιάδη. Παράλληλα, διασταύρωσα πληροφορίες από βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, ενώ αξιοποίησα και υλικό από βιογραφίες, συλλογές και το διαδίκτυο.
Στόχος μου ήταν να συγκρίνω και να επαληθεύσω κάθε στοιχείο, είτε ιστορικό, είτε θρησκευτικό, είτε κοινωνικό και οικονομικό, ώστε η αφήγηση να μην βασίζεται μόνο σε προσωπικές μαρτυρίες αλλά να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο, τεκμηριωμένο πλαίσιο. Αυτό μου επέτρεψε να αναδείξω με μεγαλύτερη ακρίβεια την εποχή, τις συνθήκες και τις προσωπικότητες που μελετούσα.
9. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες – όπως η Καλλιρρόη Σιγανού, ο ληστής Γιαγκούλας – πώς ενσωματώθηκαν στην ιστορία; Είναι πρόσωπα υπαρκτά ή μυθοπλαστικά;
Αρχικός στόχος μου ήταν να αναδείξω διαφορετικές πλευρές των περιοχών, τόσο πνευματικές όσο και κοινωνικές. Η Καλλιρρόη Σιγανού – Παρρέν υπήρξε μια εξέχουσα προσωπικότητα και η πρώτη φεμινίστρια της Ελλάδας, με έργο τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό. Αν και δεν σχετίζεται άμεσα με τον ήρωά μας, συνέβαλε σημαντικά στην αναβάθμιση του «Ζάππειου Παρθεναγωγείου Αδριανούπολης» και εμπλούτισε με βιβλία τις βιβλιοθήκες ιδρυμάτων και σχολείων της περιοχής.
Αντίθετα, ο αρχιληστής Φώτης Γιαγκούλας, υπαρκτό και θρυλικό πρόσωπο της τοπικής ιστορίας του Ολύμπου, είχε όντως φιλικές σχέσεις με τον παπά Νικόλα. Κάθε πλευρά είχε τις δικές της προσδοκίες από αυτή τη σχέση, όπως φαίνεται και στην αφήγηση. Για μένα αποτέλεσε ιδιαίτερη πρόκληση το πώς θα παρουσίαζα την παράδοξη σχέση ενός ιερέα με έναν αιμοσταγή ληστή, του οποίου η φήμη είχε ξεπεράσει τα όρια της περιοχής όπου έδρασε και έμεινε στην ιστορία με τα πιο μελανά χρώματα.
10. Τι συναισθήματα σας κατέκλυσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής; Υπήρχαν στιγμές που συγκινηθήκατε ή σταθήκατε;
Υπήρχε έντονη συναισθηματική φόρτιση σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου. Κάποιες φορές σταματούσα και αναρωτιόμουν, λέγοντας μέσα μου: «Θέε μου, πώς το άντεξε αυτό;», κυρίως όταν αφορούσε τις πολλαπλές απώλειες μικρών παιδιών και συγγενών. Παράλληλα, ένιωθα βαθύ θαυμασμό για τη δράση αυτών των αφανών ηρώων, περηφάνια για την αντοχή τους και συμπόνια για τις δοκιμασίες που υπέστησαν. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε να νιώθουμε τυχεροί και ευγνώμονες που προερχόμαστε από ανθρώπους που πέρασαν τα πάνδεινα και θυσιάστηκαν, ώστε να μπορούμε σήμερα να ζούμε ελεύθεροι.
11. Αισθάνεστε ότι με το βιβλίο αυτό προσφέρετε δικαίωση ή αποκατάσταση σε μια λησμονημένη γενιά ή κοινότητα;
Αισθάνομαι ότι το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα μικρό λιθαράκι στη δικαίωση ολόκληρων γενεών, που υπέφεραν, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν. Είναι για μένα ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε όλους εκείνους που πέρασαν τα πάνδεινα, προκειμένου εμείς σήμερα να ζούμε ελεύθεροι. Παράλληλα, θεωρώ πως συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης και στην κατανόηση του ιστορικού μας παρελθόντος, ώστε οι νεότερες γενιές να γνωρίζουν, να εκτιμούν και να συνεχίσουν αυτόν τον κύκλο μνήμης και ευγνωμοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορία δεν μένει απλώς στο παρελθόν, αλλά γίνεται ζωντανή παρακαταθήκη για το παρόν και το μέλλον.
Τέλος, το βιβλίο αυτό αποτελεί και ένα μνημόσυνο για τον προπάππο μου και τους υπόλοιπους συγγενείς, έναν τρόπο να τιμηθεί η μνήμη τους και να μείνει ζωντανή η παρουσία τους μέσα στον χρόνο.
12. Τι θέλετε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει την τελευταία σελίδα του βιβλίου;
Θα ήθελα ο αναγνώστης να αφουγκραστεί όλον αυτόν τον πόνο και τους αγώνες αυτών των ανθρώπων, που τελικά δεν πήγαν χαμένοι. Και, ταυτόχρονα, να θυμάται με πόση δύναμη, πείσμα και υπομονή στάθηκαν όρθιοι, επιμένοντας στις αξίες και τα ιδανικά τους, αφήνοντάς μας μια παρακαταθήκη που ξεπερνά τον χρόνο.
13. Υπάρχει κάτι που μάθατε γράφοντας αυτό το έργο και σας άλλαξε βαθιά ως άνθρωπο ή ως συγγραφέα;
Το κυριότερο που αποκόμισα –και το έχω αναφέρει πολλές φορές– είναι ότι ένιωσα βαθιά μέσα μου πως αξίζει κανείς να επιμένει και να θυσιάζεται για τις μελλοντικές γενιές· αυτό είναι ένα εξαιρετικά υψηλό ιδανικό. Παράλληλα, μέσα από την έρευνα έμαθα πτυχές της ιστορίας που μέχρι τότε μου ήταν άγνωστες, γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Αυτή η διαδικασία με βοήθησε να κατανοήσω σε βάθος την ιδιαίτερη πατρίδα μου και να αισθανθώ περηφάνια για τη σπουδαία ιστορία της, μια ιστορία που δεν έπαιξε ρόλο μόνο στην ελληνική επικράτεια αλλά άφησε το αποτύπωμά της και σε παγκόσμιο επίπεδο.
14. Ετοιμάζετε κάποια συνέχεια ή σχεδιάζετε να εξερευνήσετε ξανά την ιστορία της Θράκης σε μελλοντικό έργο σας;
Παράλληλα με τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου, δούλευα και πάνω σε ένα ακόμη, το οποίο αφορά επίσης τον χώρο της Ανατολικής Θράκης και τον ίδιο ιστορικό χρόνο. Μάλιστα, κάποια από τα πρόσωπα που γνωρίσαμε εδώ εμφανίζονται και εκεί, αυτή τη φορά με πρωταγωνιστικό ρόλο. Ωστόσο πρόκειται αποκλειστικά για προϊόν μυθοπλασίας, που επιχειρεί να φωτίσει τις ζωές ανθρώπων που αγνοούσαμε στο πρώτο βιβλίο γιατί δεν αφορούσε τη συγκεκριμένη υπόθεση. Θεωρώ ότι η ιστορία θα ήταν πιο ολοκληρωμένη αν κανείς διάβαζε και τα δύο βιβλία, καθώς το δεύτερο συμπληρώνει και εμπλουτίζει όσα παρουσιάζονται στο πρώτο. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για ένα απολύτως αυτοτελές έργο, το οποίο μπορεί να διαβαστεί ανεξάρτητα, χωρίς να είναι απαραίτητη η προηγούμενη γνωριμία με το πρώτο βιβλίο.

